ΟΙΚΙΣΜΟΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΑΣ

Η Αγία Τριάδα είναι μικρός συνοικισμός που ανήκει στην κοινότητα Χόμορης. Είναι χτισμένη  στους πρόποδες του Ξεροβουνίου σε υψόμετρο 600μ. και απέχει 3 χλμ από τον αυτοκινητόδρομο Πλατάνου – Χόμορης.

Το έδαφος, αν και ανισόπεδο, είναι εύφορο λόγω των πολλών νερών και σε αυτό καλλιεργούνταν σιτάρι, καλαμπόκι, ρεβύθια και φακές, ενώ σε αφθονία υπήρχαν και τα φρουτα : σύκα, κεράσια, δαμάσκηνα, βύσσινα, αχλάδια, μήλα, κορόμηλα, ρόδια, κυδώνια και σταφύλια. Από τις κρεβατίνες κόβανε τα τσαμπιά για να φτιάξουν το περίφημο κοκκινέλι, εύγεστο και μπρούσκο. Οι κάτοικοι ήταν φιλότιμοι και φιλόξενοι – ο περαστικός μουσαφίρης έπρεπε να φιλοξενηθεί, να φάει, να κοιμηθεί και το πρωί να συνεχίσει το δρομολόγιό του. Σχεδόν όλοι δημιούργησαν πολυμελείς οικογένειες. Ξενιτεύτηκαν στην Αμερική, τη Γερμανία και τον Καναδά, αλλά τα καλοκαίρια προσπαθούσαν και ακόμα επιμένουν να ανταμώνουν στο χωριό.

Σε μια πλάκα που βρέθηκε, είναι γραμμένο με βυζαντινά γράμματα οτι υπήρχε η Ιερά Μονή “Αγίας Τριάς”, απ’ όπου και το όνομα του χωριού. Το μοναστήρι χτίστηκε κατά τους βυζαντινούς χρόνους. Κατά την παράδοση σε αυτό μόναζαν 40 μοναχοί και το φρουρούσαν 300 στρατιώτες. Τα βάθρα που βρέθηκαν γύρω του μαρτυρούν τα πολλά κτίρια που υπήρχαν. Στις ασχολίες τους περιλαμβάνονταν η μελισσοκομία και η εκτροφή μεταξοσκώληκα. Όταν οι Τούρκοι μετά από σκληρές μάχες κυρίεψαν το μοναστήρι, οι μοναχοί που σώθηκαν διέφυγαν προς την Μονή της Παναγίας της Καβαδιώτισσας στη Χόμορη και στην Μονή της Παναγίας στην Κοζίτσα (Απελακιώτισσα). Λένε οτι στην τελευταία μάχη που έγινε στη θέση “Τσιόκα” τραυματίστηκε θανάσιμα ο ταμίας – όταν τον ρώτησαν που είχε τα χρήματα , το μόνο που πρόλαβε να απαντήσει ήταν “στην τρύπια κοτρώνα”, η οποία δε βρέθηκε ποτέ παρά τις προσπάθειες των επίδοξων χρυσοθήρων.

Πρώτος κάτοικος του σημερινού οικισμού της Αγίας Τριάδας ήταν ο Κώστας Σκουφής από τον Πλάτανο, ο οποίος αφού υπενοικίαζε την έκταση για 25 χρόνια από το Δημόσιο, τελικά περιήλθε στην κυριότητά του και εγκαταστάθηκε σε αυτή. Ο Κώστας Σικόλας από τη Ροσκά Ευρυτανίας, αφού έκανε τσοπάνης στην Μονή Κοζίτσας ήταν ο δεύτερος κάτοικος. Ο πολιτευτής Νίκος Καναβός ανοικοδόμησε το κατεστραμμένο μοναστήρι και ο Μιλτιάδης Σκουφής, ομογενής από την Ρουμανία ανακαίνισε την πηγή και φρόντισε για τον καλωπισμό της. Το 1850 χτίστηκε το σχολείο.

Στο τέλος της Κατοχής όμως, οι κάτοικοι βρίσκονται σε ένα ερειπωμένο χωριό. Μόλις το 1960 ξαναλειτούργησε σχολείο με αίθουσα διδασκαλίας την εκκλησία – μέχρι τότε οι μαθητές πήγαιναν με τα πόδια στη Χόμορη και τον Κάτω Πλάτανο. Με μεγάλη καθυστέρηση, το 1978, έφτασε και ο αυτοκινητόδρομος στο χωριό, με έξοδα των κατοίκων. Το 1990 ιδρύθηκε η Αδελφότητα Αγίας Τριάδας. Η μνήμη της εκκλησίας γιορτάζεται του Αγίου Πνεύματος, 50 ημέρες μετά την Ανάσταση. Είναι το πρώτο πανηγύρι της περιοχής, το δε τελευταίο γίνεται στις 29 Αυγούστου στο Χάνι του Λιόλιου. Μέσα από συλλογικές δράσεις το χωριό αναβιώνει και ατενίζει με αισιοδοξία το μέλλον.

The Hamlet of Agia Triada

Agia Triada is a small settlement that belongs to the community of Chomori. Nestled at the foot of Xerovouni, at an elevation of 600 meters, it lies just three kilometers from the main road that connects Platanos to Chomori.

Though uneven, the land here is fertile thanks to its abundant waters. For generations it yielded wheat, corn, chickpeas, and lentils, while its orchards overflowed with fruit—figs, cherries, plums, sour cherries, pears, apples, damsons, pomegranates, quinces, and grapes. From the vine trellises, bunches of grapes were cut to produce the famed kokkineli, a strong and flavorful red wine. The villagers were known for their generosity and hospitality—every traveler was welcomed, fed, given a place to sleep, and sent on his way with the dawn. Families were large and lively. Many left for America, Germany, or Canada, yet each summer they returned, keeping alive the bonds of kinship and tradition.

The very name of the village is tied to faith. On a stone slab inscribed with byzantine letters was found the record of the Holy Monastery of Agia Triada, which once stood here. Tradition holds that in its prime the monastery housed forty monks, guarded by three hundred soldiers. The stone foundations scattered nearby bear witness to the many buildings that once surrounded it. The monks devoted themselves to beekeeping and silkworm cultivation. When the Turks seized the monastery after fierce battles, the surviving monks fled—some to the Monastery of Panagia Kavadiótissa in Chomori, others to the Monastery of Panagia in Kozitsa (Ampelakiótissa). Legend tells of the monastery’s treasurer, mortally wounded in the last battle at a place called Tsioka. When asked where the money was hidden, he could only whisper, “in the hollow stone.” The treasure was never found, despite the searches of hopeful fortune seekers.

The first inhabitant of the present-day hamlet was Kostas Skoufis from Platanos. After renting the land for twenty-five years from the state, it eventually came into his possession, and he settled there. He was soon followed by Kostas Sikolas from Roska in Evrytania, a shepherd formerly at the Monastery of Kozitsa. Later, politician Nikos Kanavos rebuilt the ruined monastery, while Miltiadis Skoufis, a Greek émigré from Romania, restored the spring and tended to its beautification. By 1850, a school had been built.

By the end of the German Occupation, however, the village lay in ruins. Only in 1960 did the school reopen—this time with the church serving as its classroom—until then, children had walked to Chomori or Kato Platanos for their lessons. The road itself did not reach the village until as late as 1978, paid for by the efforts of its own people. In 1990, the Brotherhood of Agia Triada was founded, helping to preserve community life.

The feast of the Holy Trinity, celebrated fifty days after Easter on the day of Pentecost, marks the village’s great festival—the first of the season in the wider region. The cycle of feasts closes on August 29 at the Liolios’ Inn. Through its shared traditions and collective spirit, Agia Triada continues to revive itself and to face the future with hope.