Το χωριό μας, η Χόμορη, είναι ορεινός οικισμός της Δημοτικής Ενότητας Πλατάνου, του Δήμου Ναυπακτίας του νομού Αιτωλοακαρνανίας σε υψόμετρω 700 μέτρων. Τα σπίτια της είναι κτισμένα από πέτρα, και απλώνονται αμφιθεατρικά στους νότιους πρόποδες του Αρδίνη (1699μ.). Κάτω από το δασώδη λόφο του Αγίου Κωνσταντίνου, ανάμεσα στους χειμάρρους Μέγα Ρέμα (δυτικά) και Μαραβίτσα (ανατολικά), πάνω από τον ποταμό Κότσαλο και γύρω από την Μεγάλη Βρύση – εδώ έστησαν οι πρόγονοί μας το βιός τους.
Γεωγραφικά, η Χόμορη βρίσκεται βόρεια της Ναυπάκτου, λίγο πριν το μέσο της επαρχιακής οδού Ναυπάκτου – Καρπενησίου και η πρόσβαση σε αυτήν γίνεται είτε μέσω Ελευθέριανης, είτε μέσω Πλατάνου (52 και 66 χλμ αντίστοιχα από την Ναύπακτο). Απέχει δε από το Θέρμο 40χλμ και από το Καρπενήσι 90χλμ.
Φωλιασμένη στο κέντρο της ευρύτερης περιοχής της Ορεινής Ναυπακτίας – γνωστή και ως Κράβαρα – η Χόμορη, ως Χόμορη, αναφέρεται από τις αρχές του 17ου αιώνα και το όνομά της πιθανολογείται ότι προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη “όμορος”, δηλαδή γειτονικός. Η λιγότερο πιθανή θεωρία είναι ότι το όνομα της, γραμμένο με «ω» ως Χώμορη, προέρχεται από τις λέξεις χώμα + όρος, δηλαδή εύφορος ορεινός τόπος. Από το έτος 1695 ως το 1775 υπήρχε εδώ έδρα Επισκοπής που είχε στη δικαιοδοσία της τη Δωρίδα και την ορεινή Ναυπακτία. Ο Γάλλος περιηγητής Φρανσουά Πουκεβίλ στις αρχές του 19ου αιώνα, στον κατάλογο των χωριών της περιοχής Κραβάρων, την κατονομάζει με το όνομα Chomari και αναφέρει οτι κατοικείται από 10 οικογένειες. Το χωριό το 1912 ήδη αναφέρεται στην τοπική αυτοδιοίκηση με το όνομα Χώμερη και το 1940 διορθώνεται σε Χόμορη. Από άλλες όμως πηγές, η ιστορία του χωριού αρχίζει πολύ παλαιότερα, ήδη από τον 15ο αιώνα, καθώς στο οθωμανικό κατάστιχο του Τιμαριούχου Μαχμούτ Τζεράχ του 1454/1455 καταγράφεται το χωριό ως Homori. Τέλος, ίχνη αρχαίων οικισμών έχουν βρεθεί στις θέσεις Μάρμαρα, Μνήματα, Πέρπιανη και στην Αγία Τριάδα.
Το κλίμα του χωριού είναι υγιεινό, με δροσερά καλοκαίρια, ήπιους χειμώνες και ικανοποιητικές βροχοπτώσεις. Το χιόνι κάνει την επίσκεψή του στα γύρω βουνά, τον Αρδίνη, το Ξεροβούνι και το Τσακαλάκι, τον χειμώνα και στις αρχές της άνοιξης. Τα ρέματα φουσκώνουν με νερό και τροφοδοτούν τον Κότσαλο, ο οποίος πηγάζει από τις παρυφές των Βαρδουσίων, βορειοανατολικά της Άνω Χώρας και μετά την γέφυρα του Πλατάνου χύνεται στον Εύηνο στη θέση Διπόταμα για να συνεχίσει την πορεία του μέχρι τη θάλασσα.
Στο φυσικό περιβάλλον της Χόμορης συναντάμε πυκνή βλάστηση με μεγάλη ποικιλία δέντρων όπως καρυδιές, καστανιές, κερασιές, μηλιές και αχλαδιές. Αιωνόβια πλατάνια πυκνώνουν τις ρεματιές ενώ αμέτρητα έλατα στεφανώνουν το χωριό. Το χώμα είναι εύφορο και ιδανικό για καλλιέργεια – κάθε σπίτι είχε τα δικά του κηπευτικά. Στην άγρια πανίδα της περιοχής κυριαρχούν πλέον τα αγριογούρουνα, αλλά ο περιηγητής θα συναντήσει συχνά ζαρκάδια, λαγούς, αλεπούδες και μεγάλους σκίουρους. . Η πέστροφα επανέρχεται με αργούς ρυθμούς στο ποτάμι, τα γεράκια εποπτεύουν από ψηλά το χωριό και τα μικρότερα πουλιά κελαηδούν ασταμάτητα. Το νερό βγαίνει από την Μεγάλη Βρύση στην πλατεία και από του Τσαμπά τη βρύση στο ανατολικό άκρο του χωριού, ενώ με τα ποτιστικά κανάλια φτάνει σε κάθε σπίτι.
Οι προγονοί μας ήταν κτηνοτρόφοι και γεωργοί. Αφού πάλεψαν με την ανισόπεδη γη, έφτιαξαν τις περίφημες πέτρινες πεζούλες ή ζαγάδες για να σπείρουν σιτάρι, όσπρια και καλαμπόκι. Διάσπαρτα μέσα στο χωριό υπάρχουν ακόμα καλοχτισμένα αλώνια στην Παναγία, τον Κάτω Μαχαλά και τις Σεσομάδες. Στο διάβα του ποταμού υπήρχαν ξακουστοί νερόμυλοι – Πατουχέικος, Λυμπερέικος και άλλοι. Στον ορεινό μας τόπο, ήκμασε η κτηνοτροφία. Πολλοί χωριανοί έκαμαν κοπάδια με γίδια και πρόβατα στις ράχες γύρω από το χωριό, κάτω από τον ήλιο και το χιόνι, που τα στέγαζαν σε στάνες και καλύβια. Τα οικόσιτα ζώα, άλογα, γαϊδούρια, βόδια, κότες και γουρούνια ζούσαν κοντά στις αυλές των σπιτιών, βοηθούσαν στις δουλειές και τις μεταφορές και παρείχαν τις πρώτες ύλες για γάλα, τυρί, λουκάνικα, ματιές και λίπος.
Σε δυσκολότερους όμως καιρούς, οι Χομορίτες πήραν το δρόμο της ξενιτιάς. Με καράβια, τρένα και αεροπλάνα βρέθηκαν σε κάθε γωνιά της γης, κυρίως όμως στην Αμερική, τον Καναδά και τη Γερμανία. Όπου και αν στάθηκαν ξεχώρισαν για την εργατικότητά και την επινοητικότητά τους. Ξεκίνησαν από χαμηλές θέσεις, αλλά κατάφεραν γρήγορα να ανέβουν στην ιεραρχία και να κάνουν τις δικές τους επιχειρήσεις, κυρίως στον χώρο της εστίασης και των ανθοπωλείων. Τότε καλούσαν και τους συγχωριανούς τους ή τις οικογένειές τους για να δημιουργηθούν οι πρώτες ελληνικές αποικίες στο εξωτερικό. Λαμπρό παράδειγμα και καμάρι της μεταναστευτικής ιστορίας του χωριού μας, αποτελεί ο Χομορίτης ευεργέτης της Ναυπακτίας Δημήτριος Παπαχαραλάμπους, γεννημένος το 1866 , ο οποίος μετουσίωσε το πάθος του για δουλειά σε αγάπη για την πατρίδα και κληροδότησε τη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη, το Εθνικό Στάδιο και την Φιλαρμονική Ορχήστρα Ναυπάκτου.
Η Χόμορη σήμερα δεν αριθμεί παρά λιγοστούς μόνιμους κατοίκους, φύλακες του χωριού. Τα Σαββατοκύριακα η επισκεψιμότητα είναι αυξημένη, κυρίως από Χομορίτες που ζουν στην Ναύπακτο και την Αθήνα, αλλά και από παρέες περαστικών και κυνηγών. Από μέσα Ιουλίου μέχρι τέλη Αυγούστου, τα περισσότερα σπίτια ανοίγουν και το χωριό ζωντανεύει. Η απογευματινή περατζάδα από την πλατεία μέχρι τα παγκάκια, οι αθλοπαιδιές στα γήπεδα και τις κούνιες, το μπάνιο στο ποτάμι, τα απογεύματα στο καφενείο και τα βράδια στην ταβέρνα είναι λίγες μόνο από τις καθημερινές ασχολίες των κατοίκων. Συχνές είναι και οι επισκέψεις στα γύρω χωριά για κουβέντα και φαγητό, ενώ τελευταία διανοίγονται παλιά μονοπάτια και στράτες με κυριότερο το παλιό μονοπάτι Χόμορη – Αμπελακιώτισσα. Το Πάσχα και τα Χριστούγεννα επίσης γιορτάζονται με θέρμη στο χωριό.
Σημαντικές είναι οι δράσεις του Πολιτιστικού Συλλόγου των Απανταχού Χομοριτών «Η Αγία Παρασκευή». Ο Σύλλογος, από τους παλιότερους της Ορεινής Ναυπακτίας, ιδρύθηκε το 1975 και απαριθμεί πολλά μέλη στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Σύμφωνα με το καταστατικό σκοποί του Συλλόγου, ήταν και είναι :
- Η ενότητα και αλληλεγγύη των μελών,
- Η ψυχαγωγία και η ανάπτυξη του μορφωτικού επιπέδου των μελών,
- Η στενή επικοινωνία με όλους τους χωριανούς και τους διαμένοντες στο χωριό, σε άλλες πόλεις της Ελλάδας καθώς και στο εξωτερικό,
- Η εκτέλεση κοινωφελών έργων στο χωριό,
- Η πολιτιστική ανάπτυξη και διατήρηση των παραδοσιακών στοιχείων του χωριού,
- Η συνεργασία και επαφή με ομοειδείς Συλλόγους των χωριών του Δήμου Ναυπακτίας για την ισομερή ανάπτυξη των πρώην κοινοτήτων των Δήμων,
- Η συνεργασία με την ομοσπονδία συλλόγων Ναυπακτίας (Ο.Σ.Υ.Ν.) για τη συνολική ανάπτυξη του Δήμου.
Our village, Chomori
Our village, Chomori, is a mountain settlement of the municipal district of Platanos in Nafpaktia, resting gracefully at 700 meters above sea level. Its stone-built houses spread amphitheatrically along the southern slopes of Mount Ardinis (1,699 m). Beneath the wooded hill of Agios Konstantinos, between the torrents of Mega Rema to the west and Maravitsa to the east, above the rushing Kotsalos River and gathered around the “Megali Vrysi” – here, our ancestors rooted their lives and their dreams.
Geographically, Chomori lies north of Nafpaktos, almost halfway along the scenic provincial road that winds its way to Karpenisi. The village can be reached either through Eleftheriani, 52 km from Nafpaktos, or through Platanos, 66 km away. It also stands 40 km from Thermo and 90 km from Karpenisi, a crossroads between mountain and plain.
Cradled in the heart of mountainous Nafpaktia – in the region once known as Kravara – Chomori first appears in written records in the early 17th century. Its name is believed to derive from the ancient Greek word “omoros,” meaning “neighboring,” while another theory, less certain, links it to “choma” (soil) and “oros” (mountain), evoking the image of a fertile highland. From 1695 to 1775 the village was the seat of a bishopric overseeing Dorida and the surrounding Nafpaktia mountains. The French traveler François Pouqueville, writing in the early 19th century, listed it among the villages of Kravara as ‘Chomari,’ noting ten families who lived here. In official records of 1912 the village appears as “Chomeri,” corrected in 1940 to “Chomori.” Yet even earlier traces exist – in the Ottoman register of 1454/1455, the settlement is recorded as “Homori.” Ancient remains, too, bear witness to its past, found in Marmara, Mnimata, Perpiani, and Agia Triada.
The climate of Chomori is gentle and healthy, with cool summers, mild winters, and generous rainfall. In winter and early spring, snow crowns the peaks of Ardini, Xerovouni, and Tsakalaki. The streams swell with life, feeding the waters of the Kotsalos River, which springs from the slopes of Mount Vardousia, northeast of Ano Chora, and after flowing beneath the bridge at Platanos, merges with the Evinos at Dipotama before beginning its final journey to the sea.
The natural world around Chomori is lush and abundant. Walnut, chestnut, cherry, apple, and pear trees flourish, while centuries-old plane trees shade the ravines, and countless firs crown the slopes above. The soil is fertile, once feeding every household with its own garden. In the forests and fields, wild boar roam freely, joined by deer, hares, foxes, and even large squirrels. Trout is slowly returning to the river, hawks circle high above the village, and the air is alive with the constant song of birds. Fresh water flows from the “Megali Vrisi” in the square and from Tsampas’ fountain at the eastern edge of the village, carried by channels that reach every home.
Our forebears were herdsmen and farmers, shaping their lives from the rugged land. They carved the steep hillsides into terraces – the famed “zagades” – to sow wheat, legumes, and corn. Across the village, well-crafted threshing floors remain, in Panagia, Kato Mahalas, and Sesomades. Along the river stood watermills of renown – the Patoucheikos, the Lymbereikos, and many more. Herding flourished in these highlands: goats and sheep grazed the ridges in sun and snow, sheltered in pens and huts built by their keepers. Around every home, domestic animals – horses, donkeys, oxen, pigs, and chickens – shared the yards, aiding in work and transport, while also providing milk, cheese, meat, and all that sustained village life.
In harder times, the people of Chomori sought their fortunes beyond the mountains. By ship, train, and later by plane, they journeyed to every corner of the world – most of all to America, Canada, and Germany. Wherever they settled, they became known for their tireless work and ingenuity. Many began with humble tasks, but quickly rose, opening businesses of their own, especially in restaurants and floristry. They brought over relatives and fellow villagers, laying the foundations of Greek communities abroad. A shining example, and pride of our village, is Dimitrios Papacharalambous, born in 1866, who turned his devotion to work into love for his homeland, leaving Nafpaktos the gift of its Public Central Library, its National Stadium, and its Philharmonic Orchestra.
Today, Chomori counts only a handful of permanent residents – guardians of the village and its spirit. On weekends, life returns, with visitors from Nafpaktos and Athens, or passing hunters and travelers. From mid-July to late August, the houses open, and the village awakens in full. Afternoons are marked by strolls from the square to the benches, games on the playgrounds, dips in the river, lazy hours at the “kafeneio”, and long evenings at the taverna. There are visits to neighboring villages for conversation and shared meals, while in recent years old footpaths and trails have been cleared once more – most notably the historic route from Chomori to Ampelakiotissa. Easter and Christmas, too, are celebrated with warmth, filling the village with light and song.
Equally vital to the heartbeat of the village is the Cultural Association of Chomori, “Agia Paraskevi.” Founded in 1975, it is among the oldest associations of mountainous Nafpaktia, with members spread across Greece and abroad. According to its charter, its purpose has always been:
- To foster unity and solidarity among its members,
- To provide recreation and nurture cultural growth,
- To maintain close bonds with all villagers – whether in Chomori, in Greek cities, or abroad,
- To carry out public works for the good of the village,
- To promote cultural development and preserve the traditions of Chomori,
- To collaborate with other associations of Nafpaktia’s villages for balanced progress,
- To work together with the Federation of Associations of Nafpaktia (O.SY.N.) for the overall development of the region.
Για όλες τις πληροφορίες στο άρθρο αυτό και στα επόμενα άρθρα ανατρέξαμε στις εξής πηγές :
- Αντίλαλοι από τη Χόμορη, Αντώνης Αθ. Δρόσος, Αθήνα 2008 – αυτοέκδοση
- Από πού κρατάει η σκούφια μας, Αντώνης Αθ. Δρόσος & Ανδρέας Γ. Χαντζής, Αθήνα 2014 – αυτοέκδοση
- Ιστιοσελίδα του Συλλόγου των Απανταχού Χομοριτών – www.homori.com
- Εφημερίδα του Συλλόγου “Η φωνή της Χόμορης”
- Σε κάθε Χομορίτη, κάθε Χομορίτισσα και στους φίλους του χωριού μας, που μεταλαμπαδεύουν από γενιά σε γενιά την προφορική παράδοση του τόπου μας.
For further information on Homori, please refer to the following sources:
- Antilaloi apo thn Chomori, Antonis Ath. Drosos, Athens 2008 – self-published.
- Apo pou krataei i skoufia mas, Antonis Ath. Drosos & Andreas G. Chantzis, Athens 2014 – self-published.
- Official website of the Association of Homoriotes Worldwide – homori.com.
- Newspaper of the Association “The Voice of Homori.”
- To every Chomoritis, every daughter and son of the village, and to all the friends of Chomori, who keep alive and pass down, from one generation to the next, the oral traditions of our homeland.
